Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Μάνα

Μάνα πες στα παιδιά σου
ότι έμειναν μόνα τους απόψε.
Μη στρώσεις τραπέζι, ο πατέρας δε γύρισε ακόμη.
Εσύ που ετοίμασες τόσα καλά και οι δουλειές δεν πήγαν κι άσχημα σήμερα,
πρέπει να ξεκουραστείς.

Κάθισε στην πολυθρόνα της γιαγιάς κι άναψε τα κεριά.
Στέγνωσε το λαρύγγι σου, ζάρωσαν τα χέρια σου,
απόψε σαν να γέρασες δέκα χρόνια μου φαίνεται.
Ήλθε ο πατέρας, νομίζω, ή μήπως είναι οι φωνές
του χθεσινού περπατήματος στην ξύλινη σκάλα,
που ψυχομαχούν, είναι;

Μάνα, τα παιδιά σου σ' αγαπούν δε στο είπαν ποτέ
μα σαν έπιαναν το ψωμί το μεσημέρι,
ήταν για χίλια σ' αγαπώ το χαμογελαστό τους πρόσωπο.
Είναι κι ο πατέρας στο τραπέζι,
σ' αγαπάει, μόνο που δεν στο λέει.
Άλλωστε τι σημασία έχουν δυο λέξεις σκόρπιες,
δίχως γεύση στον ήχο;
Έτσι έλεγε πάντα και θύμωνες κι έκλαιγες
αν και κουνούσες καταφατικά το κεφάλι.

Μάνα, ποιος σε πίκρανε και μαζεύεις το κορμί σου;
Πρέπει να είσαι περήφανη γι' αυτό.
Μ' αυτό μας γέννησες και τον Χριστό μ' αυτό Τον γέννησες.
Απόψε που σε χάνουμε ευχήθηκα να μας ξαναγεννούσες
και κάθε πνοή της ζωής μας σ' αγαπώ να σου φωνάζαμε.